líčko Griego
3 traducciones
| Traducción | Contexto | Audio |
|---|---|---|
|
común
🇨🇿 Máš hezké líčko.
🇬🇷 Έχεις όμορφο μάγουλο.
🇨🇿 Udělal mi radost svou rudou tváří.
🇬🇷 Μου έφτιαξε τη διάθεση με το κόκκινο μάγουλό του.
|
uso cotidiano | |
|
informal
🇨🇿 Podívej se na to jeho líčko.
🇬🇷 Κοίτα αυτό το μπουκιο του.
🇨🇿 Holka měla krásné líčko na fotce.
🇬🇷 Το κορίτσι είχε όμορφο μπουκιο στη φωτογραφία.
|
jerga | |
|
común
🇨🇿 Jeho líčko bylo vidět na fotografii.
🇬🇷 Το πρόσωπό του φαινόταν στη φωτογραφία.
🇨🇿 Věděl, že má hezké líčko.
🇬🇷 Ήξερε ότι έχει όμορφο πρόσωπο.
|
formal |