odvolat Griego
4 traducciones
| Traducción | Contexto | Audio |
|---|---|---|
|
común
🇨🇿 Můžeš odvolat své rozhodnutí.
🇬🇷 Μπορείς να ανακαλέσεις την απόφασή σου.
🇨🇿 Odvolal se proti rozsudku.
🇬🇷 Απευθύνθηκε κατά της καταδίκης.
|
legal | |
|
formal
🇨🇿 The company decided to revoke the license.
🇬🇷 Η εταιρεία αποφάσισε να ανακαλέσει την άδεια.
🇨🇿 To revoke the permit requires official procedure.
🇬🇷 Η ανάκληση της άδειας απαιτεί επίσημη διαδικασία.
|
técnico | |
|
común
🇨🇿 He decided to withdraw his application.
🇬🇷 Αποφάσισε να αποσύρει την αίτησή του.
🇨🇿 She will withdraw her support.
🇬🇷 Θα αποσύρει την υποστήριξή της.
|
uso cotidiano | |
|
formal
🇨🇿 The author recalled his childhood memories.
🇬🇷 Ο συγγραφέας ανακάλεσε τις αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία.
🇨🇿 The politician tried to recall his statement.
🇬🇷 Ο πολιτικός προσπάθησε να ανακαλέσει τη δήλωσή του.
|
literario |