ενοχλητικός Griego
3 traducciones
| Traducción | Contexto | Audio |
|---|---|---|
|
común
🇪🇸 Él es muy molesto y eνοχλητικός.
🇬🇷 Αυτός είναι πολύ ενοχλητικός.
🇪🇸 No seas tan ενοχλητικός con tus preguntas.
🇬🇷 Μην είσαι τόσο ενοχλητικός με τις ερωτήσεις σου.
|
uso cotidiano | |
|
común
🇪🇸 Ese vecino es muy ενοχλητικός.
🇬🇷 Εκείνος ο γείτονας είναι πολύ παράξενος.
🇪🇸 No seas ενοχλητικός en la reunión.
🇬🇷 Μην είσαι παράξενος στη συνάντηση.
|
coloquial | |
|
formal
🇪🇸 Su comportamiento ενοχλητικός fue inapropiado.
🇬🇷 Η συμπεριφορά του ήταν επιθετική και ακατάλληλη.
🇪🇸 Un cliente ενοχλητικός puede afectar el ambiente de trabajo.
🇬🇷 Ένας επιθετικός πελάτης μπορεί να επηρεάσει το εργασιακό περιβάλλον.
|
formal |