ετοιμοπαράδοτοςδιαθέσιμος Español
3 traducciones
| Traducción | Contexto | Audio |
|---|---|---|
|
común
🇬🇷 Το προϊόν είναι ετοιμοπαράδοτο διαθέσιμο.
🇪🇸 El producto está listo para usar.
🇬🇷 Έχουμε ετοιμοπαράδοτα διαθέσιμα αποθέματα.
🇪🇸 Tenemos existencias listas para usar.
|
uso cotidiano | |
|
común
🇬🇷 Το υλικό είναι ετοιμοπαράδοτο διαθέσιμο για αποστολή.
🇪🇸 El material está disponible inmediatamente para envío.
🇬🇷 Η υπηρεσία είναι ετοιμοπαράδοτη διαθέσιμη.
🇪🇸 El servicio está disponible inmediatamente.
|
negocios | |
|
técnico
🇬🇷 Η συσκευή είναι ετοιμοπαράδοτη διαθέσιμη μετά την παραγγελία.
🇪🇸 El dispositivo es entregado al instante tras el pedido.
🇬🇷 Τα ετοιμοπαράδοτα διαθέσιμα προϊόντα επιτρέπουν γρήγορη παράδοση.
🇪🇸 Los productos entregados al instante permiten una entrega rápida.
|
técnico |