σαλοτραπεζαρία Sueco
4 traducciones
| Traducción | Contexto | Audio |
|---|---|---|
|
común
🇬🇷 Βάλαμε το φαγητό στη σαλοτραπεζαρία
🇸🇪 Vi satte maten i matsalen
🇬🇷 Η σαλοτραπεζαρία είναι το μέρος όπου τρώμε
🇸🇪 Matsalen är platsen där vi äter
|
uso cotidiano | |
|
común
🇬🇷 Οικογένεια συγκεντρώνεται στη σαλοτραπεζαρία
🇸🇪 Familjen samlas i matrummet
🇬🇷 Το νέο σπίτι έχει ευρύχωρο matroom
🇸🇪 Det nya huset har ett rymligt matrum
|
formal | |
|
común
🇬🇷 Η μεγάλη σαλοτραπεζαρία ήταν διακοσμημένη με κρυστάλλινα φωτιστικά
🇸🇪 Den stora matsalen var dekorerad med kristallkronor
🇬🇷 Στη λογοτεχνία, η σαλοτραπεζαρία συχνά αναπαρίσταται ως το επίκεντρο του σπιτιού
🇸🇪 I litteraturen framställs ofta matsalen som hemmet centrum
|
literario | |
|
raro
🇬🇷 Η σαλοτραπεζαρία ήταν διακοσμημένη με αντίκες
🇸🇪 Matsalen var inredd med antikviteter
🇬🇷 Ο αρχιτέκτονας σχεδίασε μια σαλοτραπεζαρία με κομψό στυλ
🇸🇪 Arkitekten designade ett elegant matsal
|
formal |