medborgarskap Griego
3 traducciones
| Traducción | Contexto | Audio |
|---|---|---|
|
común
🇸🇪 Han ansökte om svenskt medborgarskap.
🇬🇷 Υπέβαλε αίτηση για σουηδική πολιτειότητα.
🇸🇪 Medborgarskap ger rättigheter och skyldigheter.
🇬🇷 Η πολιτειότητα παρέχει δικαιώματα και υποχρεώσεις.
|
formal | |
|
común
🇸🇪 Medborgarskap innebär att man har ett lands ιθαγένεια.
🇬🇷 Το με citizenship σημαίνει ότι έχεις την ιθαγένεια μιας χώρας.
🇸🇪 Barnet fick svenskt medborgarskap vid födseln.
🇬🇷 Το παιδί απέκτησε σουηδική ιθαγένεια κατά τη γέννηση.
|
lengua estándar | |
|
común
🇸🇪 Υπηκοότητα och medborgarskap används ofta synonymt.
🇬🇷 Η υπηκοότητα και η πολιτειότητα χρησιμοποιούνται συχνά ως συνώνυμα.
🇸🇪 Ansökan om medborgarskap och υπηκοότητα kräver dokumentation.
🇬🇷 Η αίτηση για πολιτειότητα και υπηκοότητα απαιτεί τεκμηρίωση.
|
legal |